Η παλιά Ελλάδα που χάθηκε: τα τραγούδια της καρδιάς και της ανάγκης
By Miltiadis Gkouzouris
Κάποτε, στην Ελλάδα που δεν είχε ακόμα πλαστικοποιηθεί από την τουριστική εμπορευματοποίηση και τη λαϊκή λήθη, γεννιούνταν τραγούδια από τα σπλάχνα του λαού. Δεν γράφονταν για λίστες Spotify ή για να γίνουν viral· γράφονταν για να ειπωθεί ο καημός, να σταθεί κανείς όρθιος στη φτώχεια, στον ξενιτεμό, στον έρωτα που πονούσε. Ήταν τραγούδια ανάγκης, όχι προϊόντα. Και ήταν αυτά που έφτιαξαν τη μουσική ταυτότητα της «παλιάς Ελλάδας»: μιας Ελλάδας που σήμερα, μάλλον, έχουμε χάσει.
Οι εποχές του ρεμπέτικου και του λαϊκού
Στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, των πολέμων, της Κατοχής, της μετανάστευσης, και της φτώχειας, η μουσική ήταν καταφύγιο. Το ρεμπέτικο δεν ήταν “κουλτούρα”, ήταν επιβίωση. Ήταν μια γλώσσα μυστική ανάμεσα σε αυτούς που ο κόσμος είχε ξεχάσει: φυλακισμένους, πρόσφυγες, πεινασμένους, πονεμένους. Ο Τσιτσάνης, η Μπέλλου, ο Παπαϊωάννου, ο Μάρκος, δεν έγραφαν για να «πουλήσουν». Έγραφαν για να ξορκίσουν. Και το κοινό τους ήταν ο λαός, αυτός που δούλευε στα λιμάνια, που κοιμόταν με τα παράθυρα ανοιχτά το καλοκαίρι, που έβρισκε παρηγοριά σε μια κιθάρα στο καφενείο.
Το λαϊκό τραγούδι των δεκαετιών του ’50 και του ’60, με τους Χιώτηδες, τους Καζαντζίδηδες, την Μαρίκα Νίνου και τόσους άλλους, έφερε το ρεμπέτικο λίγο πιο κοντά στο κέντρο· δεν το εξημέρωσε, το ύψωσε. Τότε η μουσική έλεγε ακόμα αλήθειες: «Ο κόσμος φτιάχτηκε από καημό», έλεγε ο Καζαντζίδης. Και το πίστευες.
Από την ανάγκη στη νοσταλγία
Σήμερα, τα τραγούδια εκείνα έχουν γίνει φολκλόρ. Σερβίρονται με μεζέ, σε ταβέρνες με καρό τραπεζομάντιλα και μαγνητοφωνημένα γέλια. Οι στίχοι που κάποτε ματώνανε τώρα γίνονται «background» σε τουρίστες που βιντεοσκοπούν τον μπαγλαμά με κινητό. Δεν είναι κακό να τραγουδιούνται ακόμα· είναι τραγικό να μην καταλαβαίνουμε πια γιατί γράφτηκαν.
Η Ελλάδα που τα γέννησε, η Ελλάδα της αλληλεγγύης μέσα στη δυστυχία, της γειτονιάς, της αξιοπρέπειας του φτωχού, ίσως δεν υπάρχει πια. Ή ίσως την έχουμε θάψει κάτω από τόνους lifestyle, «ελληνικής κουλτούρας» για κατανάλωση, και μιας δήθεν προόδου που πάτησε πάνω στη λήθη.
Μια σιωπηλή απώλεια
Δεν είναι ότι δεν γράφονται καλά τραγούδια πια. Γράφονται. Αλλά σπάνια έχουν το ίδιο αίμα. Η παλιά Ελλάδα τραγουδούσε για να αντέξει· η νέα, συχνά, τραγουδάει για να ξεχάσει. Και κάπου εκεί χάνεται η ουσία. Ίσως δεν είναι τόσο παλιά η Ελλάδα που χάσαμε. Ίσως είναι απλώς μια Ελλάδα που πάψαμε να ακούμε, γιατί η φωνή της δεν ταιριάζει πια στο Instagram story μας. Αλλά είναι ακόμα εκεί, σε ένα ραδιόφωνο κάποιου ταξιτζή, σε ένα γιασεμί σε μπαλκόνι, σε ένα μπουζουκτσή που παίζει μόνος του στην αυλή. Και περιμένει. Όχι να την αναβιώσουμε. Αλλά να την θυμηθούμε.