Ο δημόσιος υπάλληλος και η αόρατη πλειοψηφία
Του Μιλτιάδη Γκουζούρη
Ο Έλληνας δημόσιος υπάλληλος είναι μια φιγούρα με πολλές όψεις. Από τη μία, είναι αυτός που στα μάτια πολλών φέρει το στίγμα του «βολεμένου». Από την άλλη, υπάρχουν οι λίγοι — οι πολύτιμοι λίγοι — που πραγματικά σηκώνουν στις πλάτες τους ολόκληρους οργανισμούς, υπηρεσίες και διοικητικά σχήματα.
Με τα χρόνια, και μέσα από προσωπικές επαφές με το Δημόσιο, μου έχει διαμορφωθεί μια εικόνα καθαρή και — δυστυχώς — απογοητευτικά προβλέψιμη: ισχύει απόλυτα η αρχή του Παρέτο. Το 20% των υπαλλήλων παράγει το 80% του έργου. Το υπόλοιπο 80%, είτε από αδράνεια είτε από ατιμωρησία, είτε απλώς από αδιαφορία, περνάει την ημέρα του κάνοντας τα απολύτως βασικά — ή και τίποτα απολύτως.
Δεν το λέω με εμπάθεια. Το λέω με απορία. Γιατί επιτρέπεται αυτή η κατάσταση να συνεχίζεται επί δεκαετίες;
Η απάντηση, κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι τουλάχιστον τριπλή:
1. Η παντελής απουσία αξιολόγησης.
Ελάχιστοι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν νιώσει ποτέ πως κάποιος μετράει πραγματικά την απόδοσή τους. Δεν υπάρχουν στόχοι, δεν υπάρχουν ποιοτικά ή ποσοτικά κριτήρια. Και αν υπάρχουν στα χαρτιά, σπάνια εφαρμόζονται στην πράξη με συνέπεια. Χωρίς αξιολόγηση, δεν υπάρχει βελτίωση — και κυρίως, δεν υπάρχει λογοδοσία.
2. Η αδυναμία απόλυσης.
Σε οποιονδήποτε άλλο τομέα, η κακή απόδοση, η απουσία ενδιαφέροντος ή η συστηματική αδιαφορία μπορεί να οδηγήσει σε τερματισμό της συνεργασίας. Στο Δημόσιο όμως, η μονιμότητα έχει γίνει ασπίδα απέναντι στην ευθύνη. Όχι για όλους — επαναλαμβάνω, υπάρχουν εξαιρετικοί δημόσιοι υπάλληλοι που δίνουν καθημερινά τον καλύτερο εαυτό τους. Αλλά όταν δεν υπάρχει κανένα ρίσκο, καμία συνέπεια, το σύστημα γίνεται καταφύγιο για τη μετριότητα.
3. Η γραφειοκρατία των πειθαρχικών διαδικασιών.
Ακόμα και στις σπάνιες περιπτώσεις όπου υπάρχουν βάσιμα παράπονα, καταγγελίες ή ξεκάθαρες ενδείξεις αδιαφορίας ή κακής συμπεριφοράς, το σύστημα «φρακάρει» σε επιτροπές, πρωτόκολλα, καθυστερήσεις και ατέρμονες διοικητικές διαδικασίες. Χρόνος χάνεται, υποθέσεις θάβονται, και η σήψη ανακυκλώνεται.
Κι όλα αυτά την ώρα που οι λίγοι που δουλεύουν στ’ αλήθεια, οι φιλότιμοι, οι «ήρωες του 20%», τραβάνε κουπί για όλους. Αναλαμβάνουν αρμοδιότητες, σηκώνουν πίεση, δέχονται γκρίνια, και συχνά «καίγονται» από την ίδια την υπηρεσία τους επειδή προσπαθούν να δουλέψουν σωστά.
Το ζητούμενο δεν είναι να απαξιώσουμε το σύνολο. Το ζητούμενο είναι να φωτίσουμε την αδικία εις βάρος αυτών που προσπαθούν. Να ενισχυθεί η αξιολόγηση, να υπάρξει επιτέλους ένα σοβαρό σύστημα λογοδοσίας, να αποκατασταθεί η ισορροπία.
Ο δημόσιος υπάλληλος δεν πρέπει να είναι απρόσωπη μονάδα στο σύστημα. Ούτε όμως και ο επαγγελματίας της απουσίας. Πρέπει να είναι λειτουργός. Και το σύστημα πρέπει να του το υπενθυμίζει — όχι τιμωρητικά, αλλά με δίκαια, μετρήσιμα, και κυρίως εφαρμόσιμα κριτήρια.
Μέχρι τότε, θα συνεχίσουμε να βλέπουμε τον ίδιο παραλογισμό: λίγοι να τρέχουν για όλους, και οι πολλοί να μένουν ακίνητοι, πίσω από τζάμια και οθόνες, διατηρώντας το δικαίωμα να μη λογοδοτούν για τίποτα.